αλιεύομαι


αλιεύομαι
αλιεύομαι, αλιεύτηκα και αλιεύθηκα, αλιευμένος βλ. πίν. 20

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἁλιεύομαι — ἁλιεύω fish pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλιεύω — (Α ἁλιεύω) 1. είμαι αλιέας, ψαρεύω 2. πιάνω ο, τιδήποτε βρίσκεται μέσα στα νερά, στη θάλασσα νεοελλ. 1. αναζητώ πυρετωδώς, επιδιώκω, περισυλλέγω 2. φρ. «αλιεύει οπαδούς», «αλίευσε μαργαρίτες», δηλαδή χτυπητά ορθογραφικά λάθη, παρερμηνείες αρχ. 1 …   Dictionary of Greek